Παρεμβατικοί γονείς – Γονείς που ελέγχουν τα παιδιά τους:

 

  • Γιατί γινόμαστε παρεμβατικοί?
  • Τι επίπτωση έχει στα παιδιά μας, σε μας τους ίδιους, στην σχέση μας μεταξύ μας?
  • Τι μπορούμε να κάνουμε? Συμβουλές/σκέψεις/ερωτήματα και καλές πρακτικές…

 

Η Μαρία Μαραγκοπούλου, Ψυχοθεραπεύτρια – Οικογενειακή Θεραπεύτρια, M.Sc. Κοινωνικής Ψυχιατρικής – Παιδοψυχιατρικής, με αφορμή την παρουσία της σε δημόσια συζήτηση γύρω από το φλέγον θέμα των ισορροπιών που δημιουργούνται ανάμεσα σε γονείς  που παρεμβαίνουν και τα παιδιά τους, μοιράζεται τις σκέψεις της και προτείνει τόσο στους γονείς όσο και στα παιδιά, τρόπους για να βελτιωθούν οι σχέσεις και οι ζωές τόσο των γονέων όσο και των παιδιών…

Δουλεύοντας με γονείς, παιδιά και οικογένειες, η έννοια της παρεμβατικότητας συχνά έρχεται στο προσκήνιο και δεν έχει ένα πρόσωπο και μια μορφή.  Πολλές φορές η παρέμβαση σχετίζεται με την πρόκληση δυσάρεστων συναισθημάτων προς το παιδί. Μπορεί να γίνει με άμεσο έλεγχο και απειλές (‘’Δεν σου δίνω χρήματα, δεν θα σε αγαπώ’’) ή με έμμεσο, που δεν είναι εύκολα αναγνωρίσιμος.

Μέσα από αυτά τα δυσάρεστα συναισθήματα ο γονιός, ακόμα και μη συνειδητά προσπαθεί να ελέγξει και να παρέμβει στο παιδί του:

Φόβος: ‘’ Αν το κάνεις αυτό, θα σηκωθώ να φύγω και θα μείνεις μόνος σου’’ ή ‘’Δεν μπορείς μόνος σου, θα σου σπάσει αυτό που κρατάς. Θα το κάνω εγώ’’.

Ντροπή: ‘’ Είσαι αμαρτωλός/ φοβητσιάρης/ μαμάκιας….! Θα έπρεπε να ντρέπεσαι που ζηλεύεις, που δεν αγαπάς την αδερφή σου, που ….’’

Πόνος: ‘’Δεν σε αγαπώ! Δεν θέλω να σε έχω παιδί μου. Ήταν λάθος που σε έκανα. Αφού δεν είσαι καλό, δεν σε θέλω. Ευτυχώς έχω τον αδερφό σου, που με ακούει…’’

Ενοχή: ‘’ Δεν πειράζει, κάνε εσύ αυτό που θέλεις, πήγαινε να παίξεις και άσε με εμένα εδώ μόνη μου, να στεναχωριέμαι…’’  ή ‘’Άμα πεθάνω, θα λες, αχ μανούλα μου που όσο ζούσες δεν σε άκουγα και σου έλεγα ότι ανακατεύεσαι!’’) ή ‘’Άμα με αγαπάς (είσαι -  δεν είσαι το καλό μου παιδί?), δεν θα σε πειράζει να δείχνω στην γυναίκα σου πώς να μεγαλώσει τα παιδιά σας, αυτή είναι νέα και δεν ξέρει. Εγώ είδες τι ωραία σας μεγάλωσα? Δεν θες να βγουν και τα δικά σου παιδιά έτσι καλά όπως εσύ γιέ μου? Άστο πάνω μου!!!’’)

Θυμός: ‘’Είσαι άχρηστος/ κακός / πονηρός / ανίκανος!  Εσύ φταις για όλα (το ‘’μαύρο πρόβατο’’)! Δεν θα πετύχεις τίποτα και παρ’ το είδηση εγώ αποφασίζω εδώ μέσα. Εσύ τσιμουδιά!’’

Αυτές είναι κάποιες από τις κουβέντες που λέγονται από τους παρεμβατικούς γονείς με στόχο να πείσουν τα παιδιά τους να υπακούσουν και δυστυχώς δεν αντιλαμβάνονται πάντα, ούτε πόσο πληγώνονται τα παιδιά (και πόσο ακυρώνονται οι ίδιοι), ούτε πόσο ακόμα και η ‘’συμμόρφωση’’ του παιδιού, δεν είναι προς όφελος κανενός, μακροπρόθεσμα.

Όταν ένα παιδί δεν βιώνει στην γονεϊκή σχέση το θετικό καθρέφτισμα που εμπεριέχει εμπιστοσύνη, αγάπη, αποδοχή, ειλικρίνεια, φροντίδα, αλλά και όρια και συνεχώς καλείται να ζήσει σε μια συνθήκη στην οποία ακυρώνεται, κρίνεται, χρεώνεται, δεν μπορεί να αναπνεύσει, τότε το παιδί αυτό στην ζωή του, δεν θα αναπτύξει  αυτοεκτίμηση… Η ματιά του γονιού το γονεϊκό κράτημα, ο μη παραμορφωτικός καθρέφτης, είναι αυτός που όταν υπάρχει, επιτρέπει στο παιδί – διαμέσου του γονεϊκού βλέμματος – κυρίως και πρωτίστως της μητέρας – τροφού, του πρωταρχικού δεσμού, να αγαπήσει τον εαυτό του και να εμπιστευτεί τις δυνάμεις του. Να αναπτύξει ασφαλείς δεσμούς στο μέλλον! Κρίσεις, κατηγορίες, ενοχές, οδηγίες, δεν οδηγούν στο να αγαπήσει ένα παιδί τον εαυτό του. Μια εξουσιαστική και υπερπροστατευτική π.χ. μητέρα μπορεί να λέει στον γιο της: ‘’Πονάω όταν απομακρύνεσαι, γιατί χρειάζομαι να με χρειάζεσαι. Είσαι η ζωή μου, δεν θέλω να φύγεις. Δεν θέλω να κάνεις λάθη και να σε πληγώσουν, θα το κάνω εγώ για σένα, για το δικό σου καλό…’’. Είναι σαν να λέει στο παιδί της:’’ Μείνε εδώ, αν φύγεις με σκοτώνεις και θα πάθεις κακό, γιατί δεν μπορείς μονός σου να τα καταφέρεις. Θα πληγωθείς, θα κάνεις λάθη, θα αποτύχεις!’’ Αντίθετα, αν ως παιδί νιώσω ότι ο γονιός με αγαπά, με καμαρώνει, τότε ναι: Αξίζω! Και τότε με αγαπώ και εγώ, μαθαίνω να με αγαπώ, ακόμα και αν δεν είμαι τέλειος, ακόμα και αν κάνω και λάθη, ακόμα και αν δεν είμαι πάντα πρώτος και καλύτερος…

Οι γονείς λοιπόν έχουμε να επιλέξουμε το πώς θέλουμε να λειτουργούμε ως προς τα παιδιά μας: ΤΙ ΓΟΝΕΙΣ ΘΕΛΟΥΜΕ ΝΑ ΕΙΜΑΣΤΕ?

Δουλεύοντας ως οικογενειακοί θεραπευτές με γονείς – παιδιά – ζευγάρια – οικογένειες, κάθε φορά μας αποκαλύπτετε κάτι το συγκλονιστικό: Ο γονέας που σήμερα έχει γίνει παρεμβατικός, πιθανόν να είναι εκείνος που ως παιδί είτε είχε δεχτεί παρεμβάσεις από τους δικούς του παρεμβατικούς γονείς, είτε είχε δεχτεί έλλειψη φροντίδας από ανεπαρκείς ή αδιάφορους ή απόντες γονείς…

Αν ψυχικά ή σωματικά ένα παιδί δεν φροντιστεί  - αν δεν βιώσει την αγάπη που σε ελευθερώνει και δεν σε σκάει, τότε αργότερα ως γονιός, στην προσπάθειά του να είναι συνεχώς δίπλα στο παιδί του – ώστε να μην ζήσει και αυτό την εγκατάλειψη, δεν κινδυνεύει να έχει γνώμη για όλα, να ανησυχεί συνεχώς, να ανακατεύεται στις αποφάσεις του παιδιού του, να ‘’καπελώνει’’ το παιδί, θεωρώντας ότι φροντίζει και είναι παρόν? Αυτό το βιώνει ο ίδιος ως την μεγαλύτερη απόδειξη της δικής του αγάπης. Δεν συνειδητοποιεί πως σκάει το παιδί του και θυμώνει όταν και αν το παιδί  - το παιδί κάθε ηλικίας – τολμήσει να προσπαθήσει να βάλει όρια στην παρέμβασή του. Νιώθει αδικημένος και ακυρωμένος ξανά. Χρεώνει το παιδί του για αχαριστία, για έλλειψη αγάπης και θεωρεί  ότι υπερβάλλει, που ενοχλείται… Άρα μέσα του ξαναζεί το δικό του τραύμα: Δεν είχε φροντιστεί ως παιδί, δεν φροντίζεται ως γονιός: Κανείς δεν νοιάζεται για αυτόν!

Το παιδί τις περισσότερες φορές ασυνείδητα – στην προσπάθειά του να προστατέψει τον γονιό του από αυτήν την νέα ματαίωση – ιδιαίτερα στην παιδική ηλικία, αλλά πολύ συχνά σε όλη του την ζωή…-τον δικαιολογεί (‘’Ήθελε μόνο να βοηθήσει, το έκανε για το δικό μου καλό…’’), νιώθει ότι φταίει αυτό που είναι ‘’κακό και ανυπάκουο παιδί’’, που θυμώνει και πνίγεται με τον ‘’καλό, πληγωμένο, αφοσιωμένο μόνο σε εκείνον  - γονιό, που κάνει τα πάντα για το καλό του!’’.

Αν πάλι ο σημερινός γονιός έχει υπάρξει ένα καταπιεσμένο παιδί, που έχει βάλει στην άκρη τις ανάγκες και τα συναισθήματά του (γιατί δεν μπορούσε να κάνει και διαφορετικά τότε) για να φροντίσει έναν θυμωμένο ή ελεγκτικό γονέα, τότε όταν πια γίνει ενήλικος, όταν γίνει και ο ίδιος γονιός, νιώθει ότι δικαιούται να ορίσει και να αποφασίσει ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ ο ίδιος… Έτσι τις περισσότερες φορές, δεν συνειδητοποιεί πώς λειτουργεί στο παιδί του, μιας και είναι ο ίδιος που μέσα του είχε ορκιστεί πως εκείνος δεν θα έκανε ΠΟΤΕ το ίδιο που υπέστη στα παιδιά του… Κάποια στιγμή, πιάνει τον εαυτό του να μιλά με τα ίδια λόγια, τα σκληρά λόγια που ως παιδί τον πλήγωσαν και να δρα με τρόπους που επίσης των είχαν πονέσει, φοβίσει, ενοχοποιήσει, ντροπιάσει, θυμώσει… Και τότε θυμώνει τόσο με τον εαυτό του και απογοητεύεται… Όμως σε όλον αυτό τον φαύλο κύκλο θυμού – ενοχής – πόνου – φόβου, η έξοδος δεν είναι ούτε εύκολη, ούτε γρήγορη.

Και αυτό συμβαίνει γιατί όταν κάνεις έχει ζήσει 20, 30, 40 ή 50 χρόνια με τον τοξικό αυτό γονιό μέσα σε αυτά τα δυσλειτουργικά μοτίβα (patterns), είναι λογικό και αυτονόητο να τα μεταφέρει με την ίδια συνέπεια και ακρίβεια, πολλές φορές όπως τα γονίδια μεταφέρουν τις γενετικές πληροφορίες… Μάλιστα όλα αυτά τα δύσκολα συναισθήματα, εσωτερικεύονται και κανείς ακόμα και χωρίς την φυσική παρουσία του ελεγκτικού του γονιού (ο οποίος μπορεί ακόμα και να μην είναι καν εν ζωή πλέον). Ο ίδιος μαθαίνει να επαναλαμβάνει με ακρίβεια, σαν ένα εσωτερικό μαγνητόφωνο που παίζει κολλημένο την ίδια κασέτα ή σαν ένα ‘’τεράστιο μάτι’’ από πάνω του, που ελέγχει, καταγράφει,  κρίνει, ακυρώνει συνεχώς  τον εαυτό του…

Γι αυτό και κοιτώντας στην ιστορία ενός ανθρώπου στην διεργασία της ψυχοθεραπείας, αποκαλύπτεται ότι ο τρόπος συσχέτισης που εμφανίζεται σήμερα σχετίζεται και συνδέεται με το τι συνέβαινε 2, 3 ή και περισσότερες γενιές πίσω… Διαγενεακά η ιστορία συνεχίζεται και μεταφέρετε!!!Με τον ίδιο τρόπο δυστυχώς αναμένεται να δούμε την ίδια συσχέτιση στα παιδιά μας – και στα παιδιά των παιδιών μας, αν κανείς δεν αναλάβει να κόψει το νήμα.

Φτάνουμε λοιπόν, μετά και μέσα από αυτές τις διαδρομές που μοιάζουν αντίθετες, αλλά στην πραγματικότητα φτάνουν στο ίδιο σημείο, να αναρωτηθούμε:

Τι μπορεί να γίνει σήμερα σε αυτό? Τι κάνουμε στο ΕΔΩ ΚΑΙ ΤΩΡΑ?

Επιχειρώ να διαχωρίσω το τι μπορεί να γίνει από τον ρόλο του καθενός ξεχωριστά (γονέας – παιδί)  για λόγους  κατανόησης  κυρίως, αν και στην πραγματικότητα η αλληλεπίδραση, μεταξύ των ρόλων είναι μεγάλη:

Από την πλευρά του γονιού λοιπόν:

Το κυριότερο που έχει να κάνει κανείς είναι ΑΡΧΙΚΑ ΝΑ ΣΥΝΕΙΔΗΤΟΠΟΙΗΣΕΙ, πως και ο ίδιος επαναλαμβάνει αυτό το δυσλειτουργικό μοτίβο και ΝΑ ΕΠΙΘΥΜΗΣΕΙ ΝΑ ΤΟ ΑΛΛΑΞΕΙ, συνειδητοποιώντας την βαρύτητα που έχει και το βάρος που έφερε στην δική του ζωή αυτό.

Έτσι θα χρειαστεί να πάρει την ευθύνη του να συνειδητοποιήσει πως δεν θα αφήνεται στο ‘’αυτονόητο’’  - στον δικό του αυτόματο πιλότο (που οδηγεί στην γνωστή συντριβή!) , αλλά θα είναι ενήμερος να σταματά ο ίδιος τον εαυτό του, σε όλες αυτές τις κεκαλυμμένες ή απροκάλυπτες παραβιάσεις… Αν έχει με τον εαυτό του αυτό το συμβόλαιο και δουλεύει σε αυτό και κάποιες στιγμές δεν μπορέσει να λειτουργήσει όπως θα ήθελε, γιατί δεν το σκέφτηκε εγκαίρως ή δεν μπόρεσε να αποτρέψει κάτι την δεδομένη στιγμή και έτσι πάλι επαναλάβει κάτι γνώριμο ενοχοποιητικό, απειλητικό κ.λ.π., τότε εκ των υστέρων μόλις το συνειδητοποιήσει, δικαιούται να μιλήσει στο παιδί του για αυτό. Είναι συγκινητικό όταν ο γονιός που αναλαμβάνει την ευθύνη να αλλάξει τον αυτόματο πιλότο που γενιές τώρα κλέβει γονείς και παιδιά από την χαρά της ζωής, να αισθάνεται τόσο ασφαλής και σίγουρος που να τολμά να πει στο παιδί του: ‘’Παιδί μου έκανα λάθος. Συγγνώμη. Σε εγκλώβισα με αυτό που έκανα/ σε απείλησα/ σε φόρτωσα/ σε στεναχώρησα/ σε αδίκησα/ σε υποτίμησα…’’. Είναι τόσο επουλωτικό και ανακουφιστικό αυτό και για τους δυο.

Αναγνωρίζοντας την προσπάθεια, αλλά και την δυσκολία  του γονιού, μαθαίνει να επιτρέπει και το ίδιο το παιδί στον εαυτό του να ζητά συγνώμη, να δεσμεύεται στις επιλογές του, να πολεμά να ανατρέψει ότι δεν του ταιριάζει, να επικοινωνεί, να εμπιστεύεται, να εκθέτει την αλήθεια του χωρίς να φοβάται ότι θα καταγραφεί ως αδύναμος…. Έτσι, σπάνε τα επαναλαμβανόμενα μοτίβα: Μόνο αν κανείς συνειδητά αποφασίζει να δουλέψει στο να τα σπάσει! Πολλές φορές τέτοια θέματα δουλεύονται στις θεραπευτικές συνεδρίες και τότε είναι μεγάλη ανακούφιση για το παιδί  - που πια είναι πολλές φορές ήδη ενήλικος, να καταλαβαίνει πόσους ανθρώπους μας αφορούν αυτά τα μοτίβα, πόσο κοινά πράγματα παλεύουμε και πόσο δεν φταίμε και δεν ευθυνόμαστε για όσα αρχικά ζήσαμε ως παιδιά…

Αν ο παρεμβατικός γονιός δεν θέλει να το καταλάβει και να κάνει κάτι γι αυτό – γεγονός που πιθανά να τον έχει κάνει από αρκετά νωρίτερα να διακόψει την ανάγνωση αυτού του κειμένου – πιθανά στην δική του ιστορία, στα δικά του τραύματα να υπάρχουν οι λόγοι… Ως θεραπεύτρια, αντιλαμβάνομαι ότι ούτε και εκείνος είναι ευτυχισμένος στο πως ζει, αλλά οφείλω να σεβαστώ την απόφασή του να μην αλλάξει, να μην προσφέρει κάτι άλλο στον εαυτό του, στο παιδί του, στις σχέσεις του… Να μείνει στο δοσμένο! Πολύ συχνά πίσω από αυτό είναι ο φόβος της διαχείρισης του θυμού, της θλίψης, του θρήνου ή η αγωνία και η ενοχή μήπως προκαλέσω στους άλλους αν αλλάξω εγώ …(‘’Αν πω στον πατέρα μου να μην παρεμβαίνει, θα μαραζώσει και θα πεθάνει…’’). Άρα αυτοί οι αμετανόητα ‘’τοξικοί’’ γονείς, μπορεί να είναι οι βαθιά πληγωμένοι, προδομένοι, φοβισμένοι γονείς (ή ακόμα να νιώθουν μέσα τους τραυματισμένα παιδιά…)

Συχνά, με ρωτούν αν οι άνθρωποι αλλάζουμε. Ναι, αλλάζουμε, αλλιώς δεν θα έκανα αυτήν την δουλειά. Αν είχα να διαχειριστώ μόνο τα τραύματα, χωρίς τα εργαλεία να επέλθει ίαση, θα επέλεγα να ασχοληθώ με κάτι πιο δημιουργικό και ζωοφόρο… Όμως, οι αλλαγές γίνονται. Όχι μαγικά, απ’ έξω. Αλλά ως τα θαύματα που ως ειδικός βιώνω και συντελούνται στις ζωές των ανθρώπων , όταν το αποφασίζουν και δουλέψουν σε αυτό. Αλλιώς τίποτα εξωτερικό δεν φέρνει την αλλαγή και την ίαση, από μόνο του. Ούτε ο χρόνος, ούτε η απόσταση, ούτε η λήθη.

Μόνο αν κανείς αναλάβει να δώσει ο ίδιος στον εαυτό του την ευκαιρία μιας διορθωτικής άλλης εγγραφής, όχι απλώς μιας άλλης μεμονωμένης εμπειρίας, αν δώσει την δυνατότητα να μην συνεχίσει να ζει βιώνοντας θυμούς και πόνο, αλλά να διεκδικήσει να πρωταγωνιστήσει ο ίδιος στο έργο της ζωής του, με το σενάριο που ο ίδιος θα γράψει. Γιατί ως παιδιά το σενάριο δεν γράφονταν, από εμάς αλλά τώρα το μολύβι είναι στα χέρια μας…

Από την πλευρά του παιδιού τώρα:

Ένα παιδί όσο μικρότερο είναι, τόσο δυσκολότερο του είναι να κατανοήσει αυτό που συμβαίνει και να κάνει κάτι σε αυτό. Δεν του επιτρέπεται να διαφωνεί άλλωστε, μιας και αυτό καταγράφετε ως αναίδεια και έλλειψη αγάπης… Όμως, μπορεί να προσπαθεί να μιλήσει, να ζητήσει από τον γονιό να τον καταλάβει, ή να ζητήσει βοήθεια σε αυτό από κάποιο άλλο πρόσωπο με το οποίο νιώθει ασφαλής. Το παιδί χρειάζεται να ακούσει ότι ΔΕΝ ΦΤΑΙΕΙ ΑΥΤΟ! Δεν είναι κακό, ανίκανο, βρώμικο, ανάξιο, κουτό!!!!Είναι η δυσκολία του γονιού, εξαιτίας της οποίας ο γονιός παρεμβαίνει, ελέγχει, κρίνει και όχι η δική του ανεπάρκεια. Αλλά και καθώς μεγαλώνει  - και στην εφηβεία, αυτό το παιδί  μπορεί να οδηγηθεί σε δύσκολες ή επικίνδυνες συμπεριφορές. Είτε να αναστείλει τις ανάγκες, την παιδικότητά του, την ανεμελιά και να μην ζήσει, να ωριμάσει πρώιμα και να γίνει ‘’Το καλό παιδί – γονιός’’ (να γίνει εκείνος που συμβουλεύει, κατανοεί, αναλαμβάνει ευθύνες που αντιστοιχούν στον ρόλο του γονιού), είτε να επιχειρήσει να αντισταθεί θέτοντας τον εαυτό του, σε κίνδυνο: Το ‘’κακό παιδί – το μαύρο πρόβατο’’: Κόντρες με μηχανάκια, χρήση ουσιών – για να αλλάξει αυτό που νιώθει, παραβατικότητα, εξαρτητικές ή κακοποιητικές σχέσεις (όπου αρνούμαι, προβάλλω ή εκδραματίζω στην σχέση μου με τους άλλους, δικά μου θέματα ασυνείδητα). Ως ενήλικας πια το παιδί και εφόσον συνειδητοποιήσει τι συμβαίνει, μπορεί και δικαιούται να ζητήσει βοήθεια και από εξειδικευμένο ψυχοθεραπευτή. Το να αποδέχεται κανείς στην ζωή του τους όρους που τον κάνουν δυστυχή είναι μια εσωτερική φυλακή που θα οδηγήσει σε νέες παθολογικές καταστάσεις: Χρήση αλκοόλ, εργασιομανία, εξαρτήσεις, απομόνωση και μοναξιά ή συγκρουσιακές σχέσεις και πολύ έντονα δυσάρεστα συναισθήματα (θυμός, πόνος - οδύνη, φόβος, ενοχή, ντροπή).  Ένα ενήλικο παιδί χρειάζεται να αποφασίσει πως θα τοποθετηθεί στην σημαντική σχέση με τους γονείς του, χωρίς ούτε να αποδέχεται πια τον ‘’ακρωτηριασμό’’, τον συνεχή έλεγχο, την αμφισβήτηση των ικανοτήτων του, την κριτική, αλλά και χωρίς να επιτεθεί!

Να ανακαλύψει πως μπορεί να μοιραστεί τα όσα νιώθει, πως μπορεί να ζητήσει διαφορετικούς όρους στην σχέση με τον γονιό και πως θα βάλει τα δικά του όρια σε περίπτωση που ο γονιός δεν είναι διατεθειμένος να ακούσει ή να αλλάξει τίποτα. Επίσης, έχει να διερευνήσει, το κατά πόσο ο ίδιος πια το τροφοδοτεί αυτό σε μια σχέση Θύματος  - Θύτη, στην οποία πολλές φορές χωρίς να το καταλαβαίνει μπορεί και ο ίδιος να απαιτεί χωρίς να ρωτά (‘’Το βράδυ θα μου κρατήσεις τα παιδιά  μάνα!), να εξουσιάζει (‘’Θα πας στον γιατρό, πάει και τελείωσε!’’), να καπελώνει (‘’Πήρα από το σπίτι σου τα βιβλία. Ούτως ή άλλως δεν τα χρησιμοποιείς πια!), να δεσμεύει (‘’Κανόνισε να είσαι έτοιμη για όταν σε χρειαστούν τα εγγόνια σου. Τι εκδρομές και αηδίες είναι αυτά? Έχεις υποχρέωση να μεγαλώσεις τα παιδιά – εξάλλου εσύ φαγώθηκες να τα κάνω!’’). Άρα το ενήλικο παιδί που είναι και γονιός, καλείται να δουλέψει με τον εαυτό του μέσα από δύο πρίσματα –μέσα στους δυο του ρόλους. Ως γονιός, λαμβάνοντας την ευθύνη να δημιουργήσει την γονεϊκή σχέση που εκείνος λαχταρούσε ως παιδί, και ως παιδί αναλαμβάνοντας να φροντίσει τρυφερά τον εαυτό του, να τον συντροφεύσει και να τον στηρίξει στην επούλωση των πληγών του παρελθόντος, στα τραυματισμένα παιδικά του κομμάτια…

Κλείνοντας, παραθέτω ορισμένες επιπλέον σκέψεις και ερωτήματα, εν συντομία καθώς η κάθε μια σκέψη, το κάθε ερώτημα, θα μπορούσε να αποτελέσει την βάση για ένα νέο κείμενο, όπως ακριβώς και η θεραπεία, που όσο προχωράς, τόσο ανακαλύπτεις, τις συνδέσεις, τις δυνάμεις, τις σκιές σου, την δημιουργικότητα, την ελευθερία…

  • Μπορώ αν θέλω να προσφέρω στα παιδιά μου να βρίσκομαι εκεί, όταν με χρειάζονται. Ωστόσο, ας αναρωτιέμαι ποιανού ανάγκη ικανοποιώ κάθε φορά. Είναι του παιδιού μου ή δική μου? Και πως θα είμαι δίπλα του, αλλά θα του δίνω τον χώρο να μαθαίνει να στηρίζεται στα δικά του πόδια και στις δικές του δυνάμεις?
  • Το γεγονός ότι δεν πήρα ως παιδί αυτό που χρειαζόμουν, δεν σημαίνει ότι δεν μπορώ να προσπαθήσω να μάθω να το γεύομαι και έτσι να μπορώ να το δώσω ως γονιός. Αυτό άλλωστε μπορεί να είναι μια επανορθωτική εμπειρία και για μένα τον ίδιο, φτάνει να μην ξεχνώ ότι οφείλω να με φροντίζω και όχι να ‘’θυσιάζομαι για τα παιδιά μου, αφήνοντας τις δικές μου ανάγκες στην άκρη’’.   Αυτήν την ‘’θυσία’’, τελικά την ακριβοπληρώνουν, καθώς τους  ζητώ αργότερα να θυσιάζονται και αυτά για μένα (‘’Εγώ δεν χώρισα για σένα? Τώρα θα φύγεις και θα με εγκαταλείψεις και εσύ? Μου χρωστάς την ζωή σου. Μου ανήκεις, αφού επέλεξα να ‘’σκλαβωθώ’’,  για σένα’’)
  • Έχω να αναρωτιέμαι ‘’Τι γονιός θέλω να είμαι?’’ Να το ορκιστώ και να παλεύω για μένα. Να αυτό-προσδιορίζομαι, ώστε να μάθω τα παιδιά μου να κάνουν το ίδιο για τον εαυτό τους.
  • Χρειάζεται να ορίσω ξανά την αγάπη. Πως την δίνω? Πως την ζητώ? Πως την παίρνω?
  • Έχω να με εμπιστευτώ, για να μην χρειάζεται να επιτρέπω στους άλλους να παρεμβαίνουν στην ζωή μου, ούτε σε μένα να παρεμβαίνω στην δική τους
  • Δεν υπάρχουν τέλεια παιδιά, ούτε τέλειοι γονείς. Αν νιώθω ότι τους ντροπιάζω που δεν είμαι αρκετά καλός, ή ότι εγώ είμαι κακός ή αδύναμος, ενώ εκείνοι καλοί ή δυνατοί, ίσως χρειάζεται να κουβεντιάσω  για αυτό.
  • Ως γονιός μπορεί να κινδυνεύω να παρεμβαίνω ή να ελέγχω, αν φοβάμαι ότι το παιδί μου θα αποκαλύψει την δική μου ανεπάρκεια ή το ότι δεν αξίζω (‘’Να πεις ευχαριστώ, να χαμογελάσεις και να αγκαλιάσεις την θεία. Έτσι κάνουν τα καλά κορίτσια ‘’ – ενώ η μητέρα σκέφτεται ότι αλλιώς η θεία θα πει ότι δεν είναι ικανή μάνα, ότι δεν έχω δώσει σωστή ανατροφή, ότι τα έχω κακομαθημένα, ότι είναι αγενή τα παιδιά μου σαν εμένα….)

 

Προτεινόμενη Βιβλιογραφία

  • Τοξικοί Γονείς, Dr Susan Forward, Εκδόσεις Λύχνος, Αθήνα 1992

Newsletter

Your mail*


Σεμινάρια 2013-2014