Escape rooms και Αυτογνωσία:

«Εσύ τολμάς να αποδράσεις? Εκεί που η ψυχαγωγία, συναντά την ψυχοθεραπεία …»

Όντας η ίδια λάτρης των escape rooms, έχοντας δραπετεύσει (ή και κλειδωθεί) περισσότερες από 100 φορές, με την ομάδα των φίλων που μοιραζόμαστε την αγάπη μας για τα δωμάτια απόδρασης, και την περιπέτεια (με διαφορετικό θέμα κάθε φορά), αναρωτιόμουν τι είναι αυτό που τόσο πολύ έχει κάνει τους έλληνες να αγκαλιάσουν αυτόν τον νέο τρόπο ψυχαγωγίας και διασκέδασης. Η τάση και η εξέλιξη των escape rooms τα τελευταία χρόνια, δεν είναι ένα ελληνικό, αλλά ένα παγκόσμιο φαινόμενο (περισσότερα από 7.500 δωμάτια, σε 100 χώρες). Μόνο στην Αθήνα διάβαζα πρόσφατα ότι ο αριθμός τους έχει ξεπεράσει τα 215 δωμάτια και η ποιότητα πολλών εξ αυτών είναι εκπληκτική! Χολιγουντιανές παραγωγές στην διπλανή πόρτα! Κανείς μπορεί να ζήσει μια αστυνομική περιπέτεια, ένα παραμύθι, ένα θρίλερ, να αντιμετωπίσει μεταφυσικά όντα, να μπει σε υποβρύχια, να γίνει ναυαγός. Να βρεθεί στο σκοτάδι, σε κελί, να αιωρηθεί, να μπουσουλήσει, να σκαρφαλώσει, να ισορροπήσει, να ενεργοποιήσει τις αισθήσεις του, να συναντήσει μέσα του τα αρχέγονα ένστικτα επιβίωσης, χωρίς στην πραγματικότητα να κινδυνεύει…

Όλη αυτή η έντονη ψυχο – σωματικο – αισθητηριακή εμπειρία, για όσους αγαπούν την δράση, την εξερεύνηση, την πρόκληση, το ταξίδι, αποτελεί ένα πολύ δυνατό βίωμα, κάθε φορά διαφορετικό και πρωτόγνωρο. Τολμάς να αποδράσεις? Το ερώτημα που πάντα έρχεται. Θα τα καταφέρεις? Θα το προσπαθήσεις όσο μπορείς? Θα αξιοποιήσεις ότι υπάρχει και σε οδηγεί στην λύση, στην έξοδο, στην απόδραση? Όλη αυτή η διαδρομή που μοιάζει τόσο διασκεδαστική και είναι τόσο βιωματική και έντονη, στο μυαλό μου φέρνει πάντα μια διαδρομή άλλη. Την διαδρομή που ως Ψυχοθεραπεύτρια κάνω πλάι στους ανθρώπους που τολμούν και επιχειρούν να κάνουν ένα άλλο ταξίδι, εσωτερικό. Τους ανθρώπους που τολμούν να συναντήσουν τους φόβους τους, που επιθυμούν να γνωρίσουν τον ανεξερεύνητο εαυτό τους, που ρισκάρουν και φτιάχνουν μαζί μου μια σχέση εμπιστοσύνης μέσα στην οποία μπορούν να εξερευνήσουν τον εαυτό τους, διαφορετικά από ποτέ. Μια εξερεύνηση που μοιάζει πολλές φορές τόσο με το πιο συναρπαστικό δωμάτιο απόδρασης.

Με τις σκέψεις αυτές και νιώθοντας ταυτόχρονα παιδί και ενήλικη, γράφω για τις δικές μου συνδέσεις, ως θεραπεύτρια, ως παίχτρια, ως άνθρωπος… στο παιχνίδι της ζωής. Τι συνδέει τους ρόλους μας και αυτά τα φαινομενικά τόσο διαφορετικά βιώματα?

Παίζω ξανά ομαδικά: η περιπέτεια

Τα δωμάτια απόδρασης σε καλούν να βγεις από το ‘’κουτί’’ (τη καθημερινότητά σου, την ρουτίνα, το σπίτι), να κάνεις κάτι το διαφορετικό και ‘’να σκεφτείς έξω από το κουτί’’ («think outside of the box»). Να φύγεις από τις όποιες οθόνες, να δράσεις και να διαδράσεις, να συναντηθείς με ανθρώπους (να συναντήσεις φίλους, να γνωρίσεις καινούργιους ανθρώπους με κοινά με εσένα ενδιαφέροντα). Να γίνεις εσύ επίσημα, ο πρωταγωνιστής. Να ζήσεις την περιπέτεια. Να τιμήσεις και να υπερασπιστείς την ζωή σου. Να γίνεις ο ήρωας. Όπως όταν ήμασταν παιδιά. Πολύ συχνά όσοι αγαπούν τα δωμάτια απόδρασης, αναφέρουν ως πρώτο λόγο την επαναβίωση παιδικού ομαδικού παιχνιδιού. Τότε που ως παιδιά, είχαμε στις γειτονιές μας ένα σπίτι που λέγονταν ότι είναι στοιχειωμένο, ή τότε που παίζαμε κλέφτες και αστυνόμους ή κρυφτό ή το παιχνίδι του χαμένου θησαυρού ή κυνηγητό… Για να το καταφέρεις χρειάζεται να παίξεις ομαδικά: να επικοινωνήσεις – όταν πρέπει ή να δουλέψεις μόνος όταν χρειάζεται, να δεχτείς τον άλλο, που δεν είναι όμοιος με σένα, να ενώσεις τις δυνάμεις σου μαζί του και να επιτρέψεις στον εαυτό σου αυτό που κάναμε παιδιά: Την δοκιμή και το λάθος. Μέσα από αυτό θα μάθεις να παρατηρείς, θα μάθεις πώς να καταστρώσεις το δικό σου σχέδιο, θα αποκτήσεις εμπειρία, θα αναπτύξεις την δημιουργικότητά σου, θα βρεις λύσεις, θα αξιοποιήσεις το μυαλό σου -  το σώμα σου, τις ικανότητες και τις δυνατότητές σου, θα αποδράσεις από την καθημερινότητα… Και όλα αυτά «σε μια ομάδα που ανήκεις». Μαθαίνεις να υπάρχεις σε ομάδα και η ομάδα μαθαίνει να υπάρχει για σένα… Μαθαίνεις να γνωρίζεις το πώς σκέφτονται και το πώς λειτουργούν οι άλλοι, πως αντιδρούν, από αυτό μαθαίνεις και εσένα. Τι δικό τους θα το ήθελες και για σένα; Πως θα σε εξελίξεις πλάι τους; Το ίδιο και στην ψυχοθεραπεία. Ο άνθρωπος μαθαίνει να παίζει ξανά, ομαδικά. Στην ατομική θεραπεία, δεν είναι πια μόνος, ο θεραπευτής είναι εκεί. Η μοναξιά και ο ατομικισμός καταργούνται, χωρίς να καταργείται η ατομικότητα. Σύμμαχος, αρωγός, οδηγός. Παρών να βοηθήσει, να δώσει στοιχεία για την συνέχεια της διαδρομής. Στην ομαδική και οικογενειακή θεραπεία, η αξιοποίηση των άλλων μελών της ομάδας, δίνει πολλές φορές την λύση που χρειάζομαι. Το δικό μου ‘’κλειδί’’, μήπως το έχει ο άλλος; Και μέσα από την παραδοχή αυτή, μαθαίνω να γίνομαι εφευρετικός, να επικεντρώνομαι στην επίλυση της κάθε δυσκολίας και του κάθε προβλήματος, να συγκεντρώνομαι, να με συγχωρώ όταν κάνω λάθη ή δεν τα καταφέρνω και να συγχωρώ και τους άλλους… Στην διαδρομή αυτή, συναντώ στοιχεία βοηθητικά ή παγίδες που με καθυστερούν ή με μπερδεύουν. Το ίδιο και στην θεραπεία. Αν π.χ. στην θεραπεία ζευγαριών, παλεύω για την συντροφική μου σχέση και ενώ έχω κάνει κάποια βήματα, επιστρέψω σε μια προηγούμενη δυσλειτουργική συμπεριφορά κατηγορώντας τον άλλο ότι εκείνος φταίει, πέφτω σε μια παγίδα, παλινδρομώ. Πως θα αποφύγω τις παγίδες; Σίγουρα το ‘’μαζί’’, η ομαδικότητα μου δίνει περισσότερα από όσα μπορώ εγώ ατομικά να δω, να σκεφτώ, να καταλάβω. Όλη αυτή η περιπέτεια, τόσο στα escape rooms, όσο και στην θεραπεία ανεβάζει την αδρεναλίνη. Στην θεραπεία πολλές φορές οι ανακαλύψεις είναι τόσο συγκλονιστικές και οι στιγμές τόσο δυνατές που νιώθω ευγνώμων και τόσο τυχερή και ευλογημένη, που είμαι παρούσα σε τέτοιες διεργασίες, σε συγκλονιστικές μεταμορφώσεις των ανθρώπων που αλλάζουν, που συνειδητοποιούν, που λυτρώνονται, που βγαίνουν από τα δεσμά τους. Αυθεντικές, δυνατές στιγμές. Ανθρώπων στιγμές…

Συν – εργασία και βοήθεια: Η ανακάλυψη των στοιχείων

Απαραίτητη για να μπορέσεις να παίξεις σε ER (escape room). Τα στοιχεία που ο καθένας βρίσκει πρέπει να τα μοιράζεται με τους άλλους, για να συνθέσουν από κοινού το επόμενο βήμα για την έξοδο… Βρίσκεις έναν τετραψήφιο κωδικό. Κάποιος άλλος έχει βρει το λουκέτο. Μοιράζεστε τα στοιχεία σας για να ανοίξει το σεντούκι! Αντίστοιχα στην ψυχοθεραπεία, δεν είναι ο θεραπευτής που οδηγεί. Η διεργασία γίνεται από κοινού με στοιχεία που και οι δυο φέρνουν στην σχέση, σε μια σχέση εχεμύθειας – εμπιστοσύνης – ασφάλειας. Ο θεραπευτής από την πρώτη συνάντηση συνθέτει τα στοιχεία. Ακούει πολύ προσεκτικά και συνδυάζει όλα όσα ο θεραπευόμενος του λέει. Όλα συνδέονται μεταξύ τους σαν τα κομμάτια ενός puzzle που δεν ξέρεις τι απεικονίζει. Ο κάθε άνθρωπος έχει μια απολύτως διαφορετική ιστορία, όπως και το κάθε δωμάτιο, έχει το δικό του θέμα, την δική του ροή, τις δικές του δυνατότητες, τις δικές του δυσκολίες και προκλήσεις. Και εσύ καλείσαι να το εξερευνήσεις, με σεβασμό, ανοιχτότητα και γνήσιο ενδιαφέρον. Τίποτα δεν είναι επίπεδο, αν έχεις την διάθεση να καταλάβεις το μυστήριο, την μοναδική συνθήκη, το άλυτο puzzle… Στην ψυχοθεραπεία, ο θεραπευτής δημιουργεί μέσα του θεραπευτικές υποθέσεις και τις μοιράζεται όταν είναι η στιγμή με τον θεραπευόμενο. Ισχύουν; Αν όχι τι άλλο μπορεί να συμβαίνει; Και οι δυο διευρύνουν και εξελίσσουν τον τρόπο σκέψης τους. Δημιουργούν συνάψεις, εκεί που δεν υπήρχαν πριν. Σκέφτονται, με τρόπους νέους, διαφορετικούς. Ακονίζουν το μυαλό τους, το εξασκούν, το εκγυμνάζουν… Ο θεραπευόμενος για παράδειγμα μοιράζεται μια δυσκολία του (π.χ. ένα καυγά). Ο θεραπευτής τον βοηθά να καταλάβει τι συνέβη εκεί. Ποια ήταν η πραγματική δυσκολία? Τι ένιωσε εκείνος? Γιατί ? Πως αυτό σχετίζεται με την ιστορία του? Τι μπορεί να κάνει με αυτό? Πως θα μάθει να το αναγνωρίζει? Ο θεραπευόμενος παίρνει τα εργαλεία αυτά και τα χρησιμοποιεί στην ζωή του. Επιστρέφοντας σε επόμενη συνάντηση έχει ήδη μεταβολίσει τα νέα στοιχεία και προχωρά σε βαθύτερη κατανόηση του εαυτού του και της ζωής του. Ο θεραπευτής συνοδοιπορεί προσφέροντας τα επόμενα στοιχεία της αυτό – ανακάλυψης, της μοναδικής προσωπικής εξερεύνησης, πολλές φορές σε ένα κλίμα με πολύ χιούμορ και απενοχοποίηση. Στα ER οι βοήθειες πολλές φορές δίνονται από τον Game Master, που είναι παρών για να βοηθά την ομάδα όταν εκείνη δυσκολευτεί ή κολλήσει, επίσης πολλές φορές μέσα από πολύ γέλιο…

Αντιμετωπίζω τους φόβους μου: Δεν είμαι τέλειος, αλλά είμαι σημαντικός και μοναδικός

Φοβάμαι το σκοτάδι, τον θάνατο, τα ύψη, την προσωπική έκθεση, την αποτυχία, τα ζόμπι, τους ψυχασθενείς, τους κακούς, τα ζωύφια. Για όλα υπάρχει το ανάλογο ER που σε φέρνει αντιμέτωπο με ότι φοβάσαι. Αν θέλεις να συναντηθείς με ότι φοβάσαι… το κατάλληλο δωμάτιο σε περιμένει. Πολλές φορές βέβαια, φοβόμαστε κάτι τόσο πολύ που δεν αντέχουμε καν να το αντικρίσουμε, πόσο μάλλον να το αντιμετωπίσουμε. Κάπως έτσι δεν γίνεται και σε μια διαδικασία αυτογνωσίας? Όσο και αν δυσκολεύομαι ή φοβάμαι κάτι στην ζωή μου, στην αρχή μοιάζει πολύ δύσκολο το να αντέξω να το αντιμετωπίσω. Δύσκολο να πάρω το πρώτο τηλέφωνο για ραντεβού με τον θεραπευτή, δύσκολο να μιλήσω και να εμπιστευτώ, δύσκολο να αποκαλυφθώ. Και πιο δύσκολο να μιλήσω για τα κομμάτια του εαυτού μου για τα οποία ντρέπομαι, για τα οποία φοβάμαι, τα οποία δεν θέλω να είναι δικά μου, για τα οποία δεν νιώθω περήφανος… Σαν να φοβάμαι να ανοίξω ‘’το κουτί της Πανδώρας’’. Συχνά, οι άνθρωποι μου λένε: «Φοβάμαι, μην ανακαλύψω ότι είμαι αυτό που δεν θέλω…». Σφιχτά κρατούν κλεισμένα επί χρόνια μυστικά, φόβους, συνειδητοποιήσεις, επιθυμίες, σκέψεις, απωθημένα, δύσκολα συναισθήματα. Επί χρόνια αρνούνταν να τα δουν να τα παραδεχτούν, να τα μοιραστούν. Όσο τρομακτικό και επικίνδυνο και αν μοιάζει αυτό, αν ο θεραπευτής έχει αντέξει και τολμήσει ο ίδιος να αγγίξει στην δική του προσωπική ψυχοθεραπεία (η οποία είναι απαραίτητη) τα δικά του ‘’τυφλά σημεία’’, τα δικά του ‘’τραύματα’’, την δική του ‘’σκιά’’(κατά Jung), τους δικού του φόβους και τις δικές του αδυναμίες, δεν φοβάται να συναντηθεί με τον ‘’διαφορετικό άλλο’’. Και θα έχει χώρο να τον γνωρίσει ολόκληρο, με ότι αυτός φέρει. Κάθε στοιχείο, κάθε σκέψη κάθε φόβος, κάθε φοβία, κάθε επιθυμία,  είναι απόλυτα χρήσιμα και αξιοποιήσιμα. Μπορεί να δεις το γιατί συμβαίνει ή υπάρχει κάτι μέσα σου; Μπορείς να καταλάβεις πως το κάθε τι σου δίνει πολύτιμο προσωπικό υλικό; Με την θεραπεία μαθαίνεις να μπορείς… Μαθαίνεις ότι είσαι σημαντικός, ολόκληρος. Όχι τμήματά σου, όχι προσωπεία σου. Είσαι σημαντικός εσύ, ακριβώς έτσι όπως είσαι τώρα και είσαι αποδεκτός έτσι. Δεν χρειάζεται να προσποιείσαι, να κρύβεσαι, να γίνεσαι αυτό που οι άλλοι θέλουν… Είσαι εσύ, δεν είσαι τέλειος και αυτό είναι σπουδαίο και τόσο ανακουφιστικό!

Ο χρόνος: Πόσο χρόνο έχω ακόμα;

Πεπερασμένος. Συνήθως μια ώρα ή περισσότερο, ανάλογα με την αποστολή, αλλά πάντα συγκεκριμένος. Το χρονόμετρο μετρά αντίστροφα και σε προκαλεί να δράσεις. 60’, 59’, 58’…Να σκεφτείς, να υπάρξεις, να είσαι απόλυτα παρόν σε αυτό που σου συμβαίνει, στο που βρίσκεσαι. Να μπεις στην δομή του δωματίου, να δεις τις δυνατότητές σου, να νιώσεις το σκηνικό βαθιά, ενώ ο χρόνος κυλά. Να τεστάρεις τον εαυτό σου σε πραγματικές συνθήκες πίεσης… Αν υποτιμήσεις τον χρόνο, παραμένεις κλειδωμένος. Αν τον αξιοποιήσεις, κάνεις την υπέρβαση. Ακόμα όμως και αν δεν ‘’αποδράσεις’’, έχεις κερδίσει μέσα σου, όταν παίζεις και επενδύεις σε αυτό. Στην ψυχοθεραπεία επίσης, ο χρόνος των συναντήσεων είναι συγκεκριμένος. Έχεις αυτά τα 45-60’ με τον θεραπευτή σου. Αυτά τα λεπτά που πάντα περνούν τόσο γρήγορα, όταν η θεραπευτική διεργασία της πραγματικής συνάντησης των αυθεντικών προσώπων, χωρίς μάσκες, χωρίς κρυφές ατζέντες, χωρίς ψέματα, εξελίσσεται… Είναι αυτά τα λεπτά που αν έχεις κάνει μια καλή θεραπευτική σχέση τα περιμένεις, μέσα σε όλη την εβδομάδα σου. Θα τα αξιοποιήσεις; Θα επιτρέψεις στον εαυτό σου να δημιουργήσει και να βιώσει μια βαθιά θεραπευτική σχέση; Θα εμπιστευθείς τον εαυτό σου; Θα αντέξεις να κρατήσεις τα θέματά σου έως την επόμενη θεραπευτική συνεδρία, όσο πιεστικά και αν μοιάζουν;

Ο χώρος – η συνθήκη (setting)

Η κάθε εταιρία, έχει συνήθως πολλά ERs και για το καθένα από αυτά έχει φτιάξει έναν συγκεκριμένο χώρο, με μια συγκεκριμένη συνθήκη: Βρίσκεσαι σε υποβρύχιο, κάτω από την θάλασσα και έχεις 60’ να αποδράσεις πριν τελειώσει το οξυγόνο. Ή βρίσκεσαι κλειδωμένος σε ένα εγκαταλελειμμένο ξενοδοχείο και ψάχνεις να βρεις το γράμμα του τελευταίου εξερευνητή που το επισκέφθηκε για να βρεις την μυστική έξοδο. Και πράγματι μπαίνεις σε αυτήν την συνθήκη. Βοηθούν τα σκηνικά, η μουσική υπόκρουση, το σενάριο, τα αντικείμενα, οι μυρωδιές. Και φυσικά οι ηθοποιοί οι οποίοι όταν υπάρχουν (live acting - live performance), με την προσομοίωση βοηθούν ποικιλοτρόπως στην εξέλιξη της ιστορίας – όπως πολλές φορές μπορεί ο θεραπευτής με role playing να δουλέψει με τον θεραπευόμενο στο πως θα αντιμετωπίσει καταστάσεις π.χ. μια δύσκολη συζήτηση γονιού – παιδιού,  επίλυση συγκρούσεων, προβλήματα σχέσεων κ.λ.π. Για να παίξεις κλείνεις συγκεκριμένο ραντεβού, πας σε συγκεκριμένο χώρο, πληρώνεις συγκεκριμένο αντίτιμο, δέχεσαι την συγκεκριμένη συνθήκη. Αλλιώς πως? Πως θα πειστείς ότι είσαι σε υποβρύχιο, σε έπαυλη, σε καράβι, σε φυλακή, σε νησί; Άρα υπάρχει το πλαίσιο, τα όρια, το συμβόλαιο, η από κοινού σύμβαση μεταξύ παίχτη και ER και έτσι τελικά η βίωση νέων εμπειριών, έξω από την καθημερινότητα, τα τετριμμένα, την καθημερινή οπτική…  Η θεραπεία επίσης χρειάζεται την θεραπευτική συνθήκη (το θεραπευτικό setting). Αυτό αφορά την θεραπεία που χρειάζεται να γίνεται με συγκεκριμένους όρους (χώρος, εχεμύθεια, αξιοπιστία και κατάρτιση θεραπευτή, αμοιβή κ.λ.π.). Η θεραπευτική σχέση χρειάζεται να διασφαλίζεται από το θεραπευτικό setting. Ναι, δεν μπορεί να γίνει ψυχοθεραπεία σε καφετέρια, ναι δεν μπορεί να μην διασφαλίσεις την ανωνυμία των θεραπευόμενων, ναι δεν μπορεί να μην έχεις έναν χώρο που να είναι διαμορφωμένος ανάλογα και κατάλληλα με την θεραπευτική σου προσέγγιση - εξειδίκευση (ομαδική ψυχοθεραπεία, δραματοθεραπεία, παιγνιοθεραπεία, θεραπεία μέσω τέχνης, ψυχανάλυση κ.λ.π.), όπως δεν θα μπορούσες να παίξεις ER αν κάποιοι άνθρωποι δεν είχαν δουλέψει πολύ, δεν είχαν σκεφτεί, δεν είχαν σχεδιάσει και δημιουργήσει το κάθε δωμάτιο με πολύ προσοχή και επιμέλεια – για να μπορέσεις να ζήσεις την περιπέτεια και να μπεις σε αυτήν…

Αυτοπαρατήρηση – Αυτογνωσία

Όπως όλα, έτσι και η συμμετοχή σε ένα ομαδικό παιχνίδι μπορεί να μας μάθει πολλά για τον τρόπο που λειτουργούμε. Προβάλλουμε το ποιοι  είμαστε και το τι νιώθουμε στους άλλους. Η συμπεριφορά μας μέσα στο παιχνίδι, δίνει πληροφορίες για το πώς λειτουργούμε και εκτός παιχνιδιού… Είμαι κυριαρχικός; Δειλιάζω να πω την γνώμη μου; Δεν παίρνω πρωτοβουλίες; Είμαι συνεργατικός; Είμαι υποστηρικτικός στα άλλα μέλη; Αγχώνομαι; Κατηγορώ εύκολα τους άλλους; Μήπως κάτι αντίστοιχο κάνω και στην ζωή; Στην ψυχοθεραπεία αντίστοιχα προβάλλω… Προβάλλω στους άλλους, προβάλω στον θεραπευτή, προβάλλω στην ομάδα. Μαθαίνω όμως να καταλαβαίνω τι προβάλω, που και γιατί. Νιώθω για παράδειγμα ότι ο διευθυντής μου με αδικεί και δεν με αναγνωρίζει. Αντί να ξοδεύομαι σε αυτό το συναίσθημα, αρχίζω να αναρωτιέμαι: Μήπως το θέμα της αδικίας έχει μια θέση στην ζωή μου, πέρα από το συγκεκριμένο συμβάν; Μπορεί να έχω νιώσει ότι έχω αδικηθεί από τον γονιό μου, για παράδειγμα; Ότι δεν με αναγνώρισε; Ότι δεν μου είπε μπράβο; Έτσι μαθαίνεις να μπορείς πια να δεις πέρα από το παλαιότερο οπτικό σου πεδίο. Τα ίδια σου τα μάτια, βλέπουν πια αλλιώς. Βλέπεις ποιος είσαι, ποιος δεν θέλεις να είσαι, τι δεν θέλεις, τι θέλεις να κάνεις και φτιάχνεις το δικό σου σχέδιο ζωής: Ονειρέψου τι θέλεις να γίνεις. Πάλεψε προς αυτήν την κατεύθυνση. Κοιτά προς τα εκεί που θέλεις να πας. Αγάπησε αυτό που είσαι, διεύρυνε τις δυνατότητές σου, εξέπληξε τον εαυτό σου, εμπιστεύσου τον, καλλιέργησε ότι θέλεις να θερίσεις, επέμεινε, άντεξε, κάνε την δική σου υπέρβαση. Απόλαυσε και ξάφνιασε τον εαυτό σου κάθε στιγμή.

Η διαδρομή είναι συναρπαστική. Και το πιο συναρπαστικό από όλα είναι αυτό το ταξίδι της ζωής. Αυτό που σου φέρνει συνεχώς νέα στοιχεία, νέες προκλήσεις, νέες συνθήκες, νέους ρόλους. Θησαυρούς κρυμμένους. Εμπόδια που ξεπερνιούνται. Και που όταν κανείς αντέχει να βγει από την συμβατικότητα της επανάληψης, της προσποίησης, της αποδοχής της ανίας και της ρουτίνας, τότε ανοίγει… Και συναντά. Ανθρώπους, κομμάτια του εαυτού του που δεν τα γνώριζε, νέα και διαφορετικά πεδία. Εντός και εκτός…

Εσύ; Αντέχεις να αποδράσεις και να προχωρήσεις; Θέλεις να δραπετεύσεις από τα δεσμά της ρουτίνας;  Θέλεις να σε γνωρίσεις αληθινά; Ή όπως λέγαμε παιδιά: Θέλεις να παίξουμε;  Ο χρόνος του παιχνιδιού, ο χρόνος της ζωής μας  μετράει (ήδη)…από τώρα

 

 

Παρεμβατικοί γονείς – Γονείς που ελέγχουν τα παιδιά τους:

 

  • Γιατί γινόμαστε παρεμβατικοί?
  • Τι επίπτωση έχει στα παιδιά μας, σε μας τους ίδιους, στην σχέση μας μεταξύ μας?
  • Τι μπορούμε να κάνουμε? Συμβουλές/σκέψεις/ερωτήματα και καλές πρακτικές…

 

Η Μαρία Μαραγκοπούλου, Ψυχοθεραπεύτρια – Οικογενειακή Θεραπεύτρια, M.Sc. Κοινωνικής Ψυχιατρικής – Παιδοψυχιατρικής, με αφορμή την παρουσία της σε δημόσια συζήτηση γύρω από το φλέγον θέμα των ισορροπιών που δημιουργούνται ανάμεσα σε γονείς  που παρεμβαίνουν και τα παιδιά τους, μοιράζεται τις σκέψεις της και προτείνει τόσο στους γονείς όσο και στα παιδιά, τρόπους για να βελτιωθούν οι σχέσεις και οι ζωές τόσο των γονέων όσο και των παιδιών…

Δουλεύοντας με γονείς, παιδιά και οικογένειες, η έννοια της παρεμβατικότητας συχνά έρχεται στο προσκήνιο και δεν έχει ένα πρόσωπο και μια μορφή.  Πολλές φορές η παρέμβαση σχετίζεται με την πρόκληση δυσάρεστων συναισθημάτων προς το παιδί. Μπορεί να γίνει με άμεσο έλεγχο και απειλές (‘’Δεν σου δίνω χρήματα, δεν θα σε αγαπώ’’) ή με έμμεσο, που δεν είναι εύκολα αναγνωρίσιμος.

Μέσα από αυτά τα δυσάρεστα συναισθήματα ο γονιός, ακόμα και μη συνειδητά προσπαθεί να ελέγξει και να παρέμβει στο παιδί του:

Φόβος: ‘’ Αν το κάνεις αυτό, θα σηκωθώ να φύγω και θα μείνεις μόνος σου’’ ή ‘’Δεν μπορείς μόνος σου, θα σου σπάσει αυτό που κρατάς. Θα το κάνω εγώ’’.

Ντροπή: ‘’ Είσαι αμαρτωλός/ φοβητσιάρης/ μαμάκιας….! Θα έπρεπε να ντρέπεσαι που ζηλεύεις, που δεν αγαπάς την αδερφή σου, που ….’’

Πόνος: ‘’Δεν σε αγαπώ! Δεν θέλω να σε έχω παιδί μου. Ήταν λάθος που σε έκανα. Αφού δεν είσαι καλό, δεν σε θέλω. Ευτυχώς έχω τον αδερφό σου, που με ακούει…’’

Ενοχή: ‘’ Δεν πειράζει, κάνε εσύ αυτό που θέλεις, πήγαινε να παίξεις και άσε με εμένα εδώ μόνη μου, να στεναχωριέμαι…’’  ή ‘’Άμα πεθάνω, θα λες, αχ μανούλα μου που όσο ζούσες δεν σε άκουγα και σου έλεγα ότι ανακατεύεσαι!’’) ή ‘’Άμα με αγαπάς (είσαι -  δεν είσαι το καλό μου παιδί?), δεν θα σε πειράζει να δείχνω στην γυναίκα σου πώς να μεγαλώσει τα παιδιά σας, αυτή είναι νέα και δεν ξέρει. Εγώ είδες τι ωραία σας μεγάλωσα? Δεν θες να βγουν και τα δικά σου παιδιά έτσι καλά όπως εσύ γιέ μου? Άστο πάνω μου!!!’’)

Θυμός: ‘’Είσαι άχρηστος/ κακός / πονηρός / ανίκανος!  Εσύ φταις για όλα (το ‘’μαύρο πρόβατο’’)! Δεν θα πετύχεις τίποτα και παρ’ το είδηση εγώ αποφασίζω εδώ μέσα. Εσύ τσιμουδιά!’’

Αυτές είναι κάποιες από τις κουβέντες που λέγονται από τους παρεμβατικούς γονείς με στόχο να πείσουν τα παιδιά τους να υπακούσουν και δυστυχώς δεν αντιλαμβάνονται πάντα, ούτε πόσο πληγώνονται τα παιδιά (και πόσο ακυρώνονται οι ίδιοι), ούτε πόσο ακόμα και η ‘’συμμόρφωση’’ του παιδιού, δεν είναι προς όφελος κανενός, μακροπρόθεσμα.

Όταν ένα παιδί δεν βιώνει στην γονεϊκή σχέση το θετικό καθρέφτισμα που εμπεριέχει εμπιστοσύνη, αγάπη, αποδοχή, ειλικρίνεια, φροντίδα, αλλά και όρια και συνεχώς καλείται να ζήσει σε μια συνθήκη στην οποία ακυρώνεται, κρίνεται, χρεώνεται, δεν μπορεί να αναπνεύσει, τότε το παιδί αυτό στην ζωή του, δεν θα αναπτύξει  αυτοεκτίμηση… Η ματιά του γονιού το γονεϊκό κράτημα, ο μη παραμορφωτικός καθρέφτης, είναι αυτός που όταν υπάρχει, επιτρέπει στο παιδί – διαμέσου του γονεϊκού βλέμματος – κυρίως και πρωτίστως της μητέρας – τροφού, του πρωταρχικού δεσμού, να αγαπήσει τον εαυτό του και να εμπιστευτεί τις δυνάμεις του. Να αναπτύξει ασφαλείς δεσμούς στο μέλλον! Κρίσεις, κατηγορίες, ενοχές, οδηγίες, δεν οδηγούν στο να αγαπήσει ένα παιδί τον εαυτό του. Μια εξουσιαστική και υπερπροστατευτική π.χ. μητέρα μπορεί να λέει στον γιο της: ‘’Πονάω όταν απομακρύνεσαι, γιατί χρειάζομαι να με χρειάζεσαι. Είσαι η ζωή μου, δεν θέλω να φύγεις. Δεν θέλω να κάνεις λάθη και να σε πληγώσουν, θα το κάνω εγώ για σένα, για το δικό σου καλό…’’. Είναι σαν να λέει στο παιδί της:’’ Μείνε εδώ, αν φύγεις με σκοτώνεις και θα πάθεις κακό, γιατί δεν μπορείς μονός σου να τα καταφέρεις. Θα πληγωθείς, θα κάνεις λάθη, θα αποτύχεις!’’ Αντίθετα, αν ως παιδί νιώσω ότι ο γονιός με αγαπά, με καμαρώνει, τότε ναι: Αξίζω! Και τότε με αγαπώ και εγώ, μαθαίνω να με αγαπώ, ακόμα και αν δεν είμαι τέλειος, ακόμα και αν κάνω και λάθη, ακόμα και αν δεν είμαι πάντα πρώτος και καλύτερος…

Οι γονείς λοιπόν έχουμε να επιλέξουμε το πώς θέλουμε να λειτουργούμε ως προς τα παιδιά μας: ΤΙ ΓΟΝΕΙΣ ΘΕΛΟΥΜΕ ΝΑ ΕΙΜΑΣΤΕ?

Δουλεύοντας ως οικογενειακοί θεραπευτές με γονείς – παιδιά – ζευγάρια – οικογένειες, κάθε φορά μας αποκαλύπτετε κάτι το συγκλονιστικό: Ο γονέας που σήμερα έχει γίνει παρεμβατικός, πιθανόν να είναι εκείνος που ως παιδί είτε είχε δεχτεί παρεμβάσεις από τους δικούς του παρεμβατικούς γονείς, είτε είχε δεχτεί έλλειψη φροντίδας από ανεπαρκείς ή αδιάφορους ή απόντες γονείς…

Αν ψυχικά ή σωματικά ένα παιδί δεν φροντιστεί  - αν δεν βιώσει την αγάπη που σε ελευθερώνει και δεν σε σκάει, τότε αργότερα ως γονιός, στην προσπάθειά του να είναι συνεχώς δίπλα στο παιδί του – ώστε να μην ζήσει και αυτό την εγκατάλειψη, δεν κινδυνεύει να έχει γνώμη για όλα, να ανησυχεί συνεχώς, να ανακατεύεται στις αποφάσεις του παιδιού του, να ‘’καπελώνει’’ το παιδί, θεωρώντας ότι φροντίζει και είναι παρόν? Αυτό το βιώνει ο ίδιος ως την μεγαλύτερη απόδειξη της δικής του αγάπης. Δεν συνειδητοποιεί πως σκάει το παιδί του και θυμώνει όταν και αν το παιδί  - το παιδί κάθε ηλικίας – τολμήσει να προσπαθήσει να βάλει όρια στην παρέμβασή του. Νιώθει αδικημένος και ακυρωμένος ξανά. Χρεώνει το παιδί του για αχαριστία, για έλλειψη αγάπης και θεωρεί  ότι υπερβάλλει, που ενοχλείται… Άρα μέσα του ξαναζεί το δικό του τραύμα: Δεν είχε φροντιστεί ως παιδί, δεν φροντίζεται ως γονιός: Κανείς δεν νοιάζεται για αυτόν!

Το παιδί τις περισσότερες φορές ασυνείδητα – στην προσπάθειά του να προστατέψει τον γονιό του από αυτήν την νέα ματαίωση – ιδιαίτερα στην παιδική ηλικία, αλλά πολύ συχνά σε όλη του την ζωή…-τον δικαιολογεί (‘’Ήθελε μόνο να βοηθήσει, το έκανε για το δικό μου καλό…’’), νιώθει ότι φταίει αυτό που είναι ‘’κακό και ανυπάκουο παιδί’’, που θυμώνει και πνίγεται με τον ‘’καλό, πληγωμένο, αφοσιωμένο μόνο σε εκείνον  - γονιό, που κάνει τα πάντα για το καλό του!’’.

Αν πάλι ο σημερινός γονιός έχει υπάρξει ένα καταπιεσμένο παιδί, που έχει βάλει στην άκρη τις ανάγκες και τα συναισθήματά του (γιατί δεν μπορούσε να κάνει και διαφορετικά τότε) για να φροντίσει έναν θυμωμένο ή ελεγκτικό γονέα, τότε όταν πια γίνει ενήλικος, όταν γίνει και ο ίδιος γονιός, νιώθει ότι δικαιούται να ορίσει και να αποφασίσει ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ ο ίδιος… Έτσι τις περισσότερες φορές, δεν συνειδητοποιεί πώς λειτουργεί στο παιδί του, μιας και είναι ο ίδιος που μέσα του είχε ορκιστεί πως εκείνος δεν θα έκανε ΠΟΤΕ το ίδιο που υπέστη στα παιδιά του… Κάποια στιγμή, πιάνει τον εαυτό του να μιλά με τα ίδια λόγια, τα σκληρά λόγια που ως παιδί τον πλήγωσαν και να δρα με τρόπους που επίσης των είχαν πονέσει, φοβίσει, ενοχοποιήσει, ντροπιάσει, θυμώσει… Και τότε θυμώνει τόσο με τον εαυτό του και απογοητεύεται… Όμως σε όλον αυτό τον φαύλο κύκλο θυμού – ενοχής – πόνου – φόβου, η έξοδος δεν είναι ούτε εύκολη, ούτε γρήγορη.

Και αυτό συμβαίνει γιατί όταν κάνεις έχει ζήσει 20, 30, 40 ή 50 χρόνια με τον τοξικό αυτό γονιό μέσα σε αυτά τα δυσλειτουργικά μοτίβα (patterns), είναι λογικό και αυτονόητο να τα μεταφέρει με την ίδια συνέπεια και ακρίβεια, πολλές φορές όπως τα γονίδια μεταφέρουν τις γενετικές πληροφορίες… Μάλιστα όλα αυτά τα δύσκολα συναισθήματα, εσωτερικεύονται και κανείς ακόμα και χωρίς την φυσική παρουσία του ελεγκτικού του γονιού (ο οποίος μπορεί ακόμα και να μην είναι καν εν ζωή πλέον). Ο ίδιος μαθαίνει να επαναλαμβάνει με ακρίβεια, σαν ένα εσωτερικό μαγνητόφωνο που παίζει κολλημένο την ίδια κασέτα ή σαν ένα ‘’τεράστιο μάτι’’ από πάνω του, που ελέγχει, καταγράφει,  κρίνει, ακυρώνει συνεχώς  τον εαυτό του…

Γι αυτό και κοιτώντας στην ιστορία ενός ανθρώπου στην διεργασία της ψυχοθεραπείας, αποκαλύπτεται ότι ο τρόπος συσχέτισης που εμφανίζεται σήμερα σχετίζεται και συνδέεται με το τι συνέβαινε 2, 3 ή και περισσότερες γενιές πίσω… Διαγενεακά η ιστορία συνεχίζεται και μεταφέρετε!!!Με τον ίδιο τρόπο δυστυχώς αναμένεται να δούμε την ίδια συσχέτιση στα παιδιά μας – και στα παιδιά των παιδιών μας, αν κανείς δεν αναλάβει να κόψει το νήμα.

Φτάνουμε λοιπόν, μετά και μέσα από αυτές τις διαδρομές που μοιάζουν αντίθετες, αλλά στην πραγματικότητα φτάνουν στο ίδιο σημείο, να αναρωτηθούμε:

Τι μπορεί να γίνει σήμερα σε αυτό? Τι κάνουμε στο ΕΔΩ ΚΑΙ ΤΩΡΑ?

Επιχειρώ να διαχωρίσω το τι μπορεί να γίνει από τον ρόλο του καθενός ξεχωριστά (γονέας – παιδί)  για λόγους  κατανόησης  κυρίως, αν και στην πραγματικότητα η αλληλεπίδραση, μεταξύ των ρόλων είναι μεγάλη:

Από την πλευρά του γονιού λοιπόν:

Το κυριότερο που έχει να κάνει κανείς είναι ΑΡΧΙΚΑ ΝΑ ΣΥΝΕΙΔΗΤΟΠΟΙΗΣΕΙ, πως και ο ίδιος επαναλαμβάνει αυτό το δυσλειτουργικό μοτίβο και ΝΑ ΕΠΙΘΥΜΗΣΕΙ ΝΑ ΤΟ ΑΛΛΑΞΕΙ, συνειδητοποιώντας την βαρύτητα που έχει και το βάρος που έφερε στην δική του ζωή αυτό.

Έτσι θα χρειαστεί να πάρει την ευθύνη του να συνειδητοποιήσει πως δεν θα αφήνεται στο ‘’αυτονόητο’’  - στον δικό του αυτόματο πιλότο (που οδηγεί στην γνωστή συντριβή!) , αλλά θα είναι ενήμερος να σταματά ο ίδιος τον εαυτό του, σε όλες αυτές τις κεκαλυμμένες ή απροκάλυπτες παραβιάσεις… Αν έχει με τον εαυτό του αυτό το συμβόλαιο και δουλεύει σε αυτό και κάποιες στιγμές δεν μπορέσει να λειτουργήσει όπως θα ήθελε, γιατί δεν το σκέφτηκε εγκαίρως ή δεν μπόρεσε να αποτρέψει κάτι την δεδομένη στιγμή και έτσι πάλι επαναλάβει κάτι γνώριμο ενοχοποιητικό, απειλητικό κ.λ.π., τότε εκ των υστέρων μόλις το συνειδητοποιήσει, δικαιούται να μιλήσει στο παιδί του για αυτό. Είναι συγκινητικό όταν ο γονιός που αναλαμβάνει την ευθύνη να αλλάξει τον αυτόματο πιλότο που γενιές τώρα κλέβει γονείς και παιδιά από την χαρά της ζωής, να αισθάνεται τόσο ασφαλής και σίγουρος που να τολμά να πει στο παιδί του: ‘’Παιδί μου έκανα λάθος. Συγγνώμη. Σε εγκλώβισα με αυτό που έκανα/ σε απείλησα/ σε φόρτωσα/ σε στεναχώρησα/ σε αδίκησα/ σε υποτίμησα…’’. Είναι τόσο επουλωτικό και ανακουφιστικό αυτό και για τους δυο.

Αναγνωρίζοντας την προσπάθεια, αλλά και την δυσκολία  του γονιού, μαθαίνει να επιτρέπει και το ίδιο το παιδί στον εαυτό του να ζητά συγνώμη, να δεσμεύεται στις επιλογές του, να πολεμά να ανατρέψει ότι δεν του ταιριάζει, να επικοινωνεί, να εμπιστεύεται, να εκθέτει την αλήθεια του χωρίς να φοβάται ότι θα καταγραφεί ως αδύναμος…. Έτσι, σπάνε τα επαναλαμβανόμενα μοτίβα: Μόνο αν κανείς συνειδητά αποφασίζει να δουλέψει στο να τα σπάσει! Πολλές φορές τέτοια θέματα δουλεύονται στις θεραπευτικές συνεδρίες και τότε είναι μεγάλη ανακούφιση για το παιδί  - που πια είναι πολλές φορές ήδη ενήλικος, να καταλαβαίνει πόσους ανθρώπους μας αφορούν αυτά τα μοτίβα, πόσο κοινά πράγματα παλεύουμε και πόσο δεν φταίμε και δεν ευθυνόμαστε για όσα αρχικά ζήσαμε ως παιδιά…

Αν ο παρεμβατικός γονιός δεν θέλει να το καταλάβει και να κάνει κάτι γι αυτό – γεγονός που πιθανά να τον έχει κάνει από αρκετά νωρίτερα να διακόψει την ανάγνωση αυτού του κειμένου – πιθανά στην δική του ιστορία, στα δικά του τραύματα να υπάρχουν οι λόγοι… Ως θεραπεύτρια, αντιλαμβάνομαι ότι ούτε και εκείνος είναι ευτυχισμένος στο πως ζει, αλλά οφείλω να σεβαστώ την απόφασή του να μην αλλάξει, να μην προσφέρει κάτι άλλο στον εαυτό του, στο παιδί του, στις σχέσεις του… Να μείνει στο δοσμένο! Πολύ συχνά πίσω από αυτό είναι ο φόβος της διαχείρισης του θυμού, της θλίψης, του θρήνου ή η αγωνία και η ενοχή μήπως προκαλέσω στους άλλους αν αλλάξω εγώ …(‘’Αν πω στον πατέρα μου να μην παρεμβαίνει, θα μαραζώσει και θα πεθάνει…’’). Άρα αυτοί οι αμετανόητα ‘’τοξικοί’’ γονείς, μπορεί να είναι οι βαθιά πληγωμένοι, προδομένοι, φοβισμένοι γονείς (ή ακόμα να νιώθουν μέσα τους τραυματισμένα παιδιά…)

Συχνά, με ρωτούν αν οι άνθρωποι αλλάζουμε. Ναι, αλλάζουμε, αλλιώς δεν θα έκανα αυτήν την δουλειά. Αν είχα να διαχειριστώ μόνο τα τραύματα, χωρίς τα εργαλεία να επέλθει ίαση, θα επέλεγα να ασχοληθώ με κάτι πιο δημιουργικό και ζωοφόρο… Όμως, οι αλλαγές γίνονται. Όχι μαγικά, απ’ έξω. Αλλά ως τα θαύματα που ως ειδικός βιώνω και συντελούνται στις ζωές των ανθρώπων , όταν το αποφασίζουν και δουλέψουν σε αυτό. Αλλιώς τίποτα εξωτερικό δεν φέρνει την αλλαγή και την ίαση, από μόνο του. Ούτε ο χρόνος, ούτε η απόσταση, ούτε η λήθη.

Μόνο αν κανείς αναλάβει να δώσει ο ίδιος στον εαυτό του την ευκαιρία μιας διορθωτικής άλλης εγγραφής, όχι απλώς μιας άλλης μεμονωμένης εμπειρίας, αν δώσει την δυνατότητα να μην συνεχίσει να ζει βιώνοντας θυμούς και πόνο, αλλά να διεκδικήσει να πρωταγωνιστήσει ο ίδιος στο έργο της ζωής του, με το σενάριο που ο ίδιος θα γράψει. Γιατί ως παιδιά το σενάριο δεν γράφονταν, από εμάς αλλά τώρα το μολύβι είναι στα χέρια μας…

Από την πλευρά του παιδιού τώρα:

Ένα παιδί όσο μικρότερο είναι, τόσο δυσκολότερο του είναι να κατανοήσει αυτό που συμβαίνει και να κάνει κάτι σε αυτό. Δεν του επιτρέπεται να διαφωνεί άλλωστε, μιας και αυτό καταγράφετε ως αναίδεια και έλλειψη αγάπης… Όμως, μπορεί να προσπαθεί να μιλήσει, να ζητήσει από τον γονιό να τον καταλάβει, ή να ζητήσει βοήθεια σε αυτό από κάποιο άλλο πρόσωπο με το οποίο νιώθει ασφαλής. Το παιδί χρειάζεται να ακούσει ότι ΔΕΝ ΦΤΑΙΕΙ ΑΥΤΟ! Δεν είναι κακό, ανίκανο, βρώμικο, ανάξιο, κουτό!!!!Είναι η δυσκολία του γονιού, εξαιτίας της οποίας ο γονιός παρεμβαίνει, ελέγχει, κρίνει και όχι η δική του ανεπάρκεια. Αλλά και καθώς μεγαλώνει  - και στην εφηβεία, αυτό το παιδί  μπορεί να οδηγηθεί σε δύσκολες ή επικίνδυνες συμπεριφορές. Είτε να αναστείλει τις ανάγκες, την παιδικότητά του, την ανεμελιά και να μην ζήσει, να ωριμάσει πρώιμα και να γίνει ‘’Το καλό παιδί – γονιός’’ (να γίνει εκείνος που συμβουλεύει, κατανοεί, αναλαμβάνει ευθύνες που αντιστοιχούν στον ρόλο του γονιού), είτε να επιχειρήσει να αντισταθεί θέτοντας τον εαυτό του, σε κίνδυνο: Το ‘’κακό παιδί – το μαύρο πρόβατο’’: Κόντρες με μηχανάκια, χρήση ουσιών – για να αλλάξει αυτό που νιώθει, παραβατικότητα, εξαρτητικές ή κακοποιητικές σχέσεις (όπου αρνούμαι, προβάλλω ή εκδραματίζω στην σχέση μου με τους άλλους, δικά μου θέματα ασυνείδητα). Ως ενήλικας πια το παιδί και εφόσον συνειδητοποιήσει τι συμβαίνει, μπορεί και δικαιούται να ζητήσει βοήθεια και από εξειδικευμένο ψυχοθεραπευτή. Το να αποδέχεται κανείς στην ζωή του τους όρους που τον κάνουν δυστυχή είναι μια εσωτερική φυλακή που θα οδηγήσει σε νέες παθολογικές καταστάσεις: Χρήση αλκοόλ, εργασιομανία, εξαρτήσεις, απομόνωση και μοναξιά ή συγκρουσιακές σχέσεις και πολύ έντονα δυσάρεστα συναισθήματα (θυμός, πόνος - οδύνη, φόβος, ενοχή, ντροπή).  Ένα ενήλικο παιδί χρειάζεται να αποφασίσει πως θα τοποθετηθεί στην σημαντική σχέση με τους γονείς του, χωρίς ούτε να αποδέχεται πια τον ‘’ακρωτηριασμό’’, τον συνεχή έλεγχο, την αμφισβήτηση των ικανοτήτων του, την κριτική, αλλά και χωρίς να επιτεθεί!

Να ανακαλύψει πως μπορεί να μοιραστεί τα όσα νιώθει, πως μπορεί να ζητήσει διαφορετικούς όρους στην σχέση με τον γονιό και πως θα βάλει τα δικά του όρια σε περίπτωση που ο γονιός δεν είναι διατεθειμένος να ακούσει ή να αλλάξει τίποτα. Επίσης, έχει να διερευνήσει, το κατά πόσο ο ίδιος πια το τροφοδοτεί αυτό σε μια σχέση Θύματος  - Θύτη, στην οποία πολλές φορές χωρίς να το καταλαβαίνει μπορεί και ο ίδιος να απαιτεί χωρίς να ρωτά (‘’Το βράδυ θα μου κρατήσεις τα παιδιά  μάνα!), να εξουσιάζει (‘’Θα πας στον γιατρό, πάει και τελείωσε!’’), να καπελώνει (‘’Πήρα από το σπίτι σου τα βιβλία. Ούτως ή άλλως δεν τα χρησιμοποιείς πια!), να δεσμεύει (‘’Κανόνισε να είσαι έτοιμη για όταν σε χρειαστούν τα εγγόνια σου. Τι εκδρομές και αηδίες είναι αυτά? Έχεις υποχρέωση να μεγαλώσεις τα παιδιά – εξάλλου εσύ φαγώθηκες να τα κάνω!’’). Άρα το ενήλικο παιδί που είναι και γονιός, καλείται να δουλέψει με τον εαυτό του μέσα από δύο πρίσματα –μέσα στους δυο του ρόλους. Ως γονιός, λαμβάνοντας την ευθύνη να δημιουργήσει την γονεϊκή σχέση που εκείνος λαχταρούσε ως παιδί, και ως παιδί αναλαμβάνοντας να φροντίσει τρυφερά τον εαυτό του, να τον συντροφεύσει και να τον στηρίξει στην επούλωση των πληγών του παρελθόντος, στα τραυματισμένα παιδικά του κομμάτια…

Κλείνοντας, παραθέτω ορισμένες επιπλέον σκέψεις και ερωτήματα, εν συντομία καθώς η κάθε μια σκέψη, το κάθε ερώτημα, θα μπορούσε να αποτελέσει την βάση για ένα νέο κείμενο, όπως ακριβώς και η θεραπεία, που όσο προχωράς, τόσο ανακαλύπτεις, τις συνδέσεις, τις δυνάμεις, τις σκιές σου, την δημιουργικότητα, την ελευθερία…

  • Μπορώ αν θέλω να προσφέρω στα παιδιά μου να βρίσκομαι εκεί, όταν με χρειάζονται. Ωστόσο, ας αναρωτιέμαι ποιανού ανάγκη ικανοποιώ κάθε φορά. Είναι του παιδιού μου ή δική μου? Και πως θα είμαι δίπλα του, αλλά θα του δίνω τον χώρο να μαθαίνει να στηρίζεται στα δικά του πόδια και στις δικές του δυνάμεις?
  • Το γεγονός ότι δεν πήρα ως παιδί αυτό που χρειαζόμουν, δεν σημαίνει ότι δεν μπορώ να προσπαθήσω να μάθω να το γεύομαι και έτσι να μπορώ να το δώσω ως γονιός. Αυτό άλλωστε μπορεί να είναι μια επανορθωτική εμπειρία και για μένα τον ίδιο, φτάνει να μην ξεχνώ ότι οφείλω να με φροντίζω και όχι να ‘’θυσιάζομαι για τα παιδιά μου, αφήνοντας τις δικές μου ανάγκες στην άκρη’’.   Αυτήν την ‘’θυσία’’, τελικά την ακριβοπληρώνουν, καθώς τους  ζητώ αργότερα να θυσιάζονται και αυτά για μένα (‘’Εγώ δεν χώρισα για σένα? Τώρα θα φύγεις και θα με εγκαταλείψεις και εσύ? Μου χρωστάς την ζωή σου. Μου ανήκεις, αφού επέλεξα να ‘’σκλαβωθώ’’,  για σένα’’)
  • Έχω να αναρωτιέμαι ‘’Τι γονιός θέλω να είμαι?’’ Να το ορκιστώ και να παλεύω για μένα. Να αυτό-προσδιορίζομαι, ώστε να μάθω τα παιδιά μου να κάνουν το ίδιο για τον εαυτό τους.
  • Χρειάζεται να ορίσω ξανά την αγάπη. Πως την δίνω? Πως την ζητώ? Πως την παίρνω?
  • Έχω να με εμπιστευτώ, για να μην χρειάζεται να επιτρέπω στους άλλους να παρεμβαίνουν στην ζωή μου, ούτε σε μένα να παρεμβαίνω στην δική τους
  • Δεν υπάρχουν τέλεια παιδιά, ούτε τέλειοι γονείς. Αν νιώθω ότι τους ντροπιάζω που δεν είμαι αρκετά καλός, ή ότι εγώ είμαι κακός ή αδύναμος, ενώ εκείνοι καλοί ή δυνατοί, ίσως χρειάζεται να κουβεντιάσω  για αυτό.
  • Ως γονιός μπορεί να κινδυνεύω να παρεμβαίνω ή να ελέγχω, αν φοβάμαι ότι το παιδί μου θα αποκαλύψει την δική μου ανεπάρκεια ή το ότι δεν αξίζω (‘’Να πεις ευχαριστώ, να χαμογελάσεις και να αγκαλιάσεις την θεία. Έτσι κάνουν τα καλά κορίτσια ‘’ – ενώ η μητέρα σκέφτεται ότι αλλιώς η θεία θα πει ότι δεν είναι ικανή μάνα, ότι δεν έχω δώσει σωστή ανατροφή, ότι τα έχω κακομαθημένα, ότι είναι αγενή τα παιδιά μου σαν εμένα….)

 

Προτεινόμενη Βιβλιογραφία

  • Τοξικοί Γονείς, Dr Susan Forward, Εκδόσεις Λύχνος, Αθήνα 1992

Newsletter

Your mail*


Σεμινάρια 2013-2014